Η ζυμαρόπιτα που “χτυπάει” στις φλέβες μου.

Πίτα δε θα την έλεγα.

Σουφλέ όχι.

Ομελέτα, μπα.

Ζυμαρόπιτα την βρήκα γραμμένη -σε περιοδικό σχεδόν 10 χρόνων παλιό- με καταγωγή την Ήπειρο.

Φτιάχνοντάς την αποφάσισα ότι μοιάζει λίγο με όλα τα παραπάνω αφού φουσκώνει τερατωδώς σα σουφλέ γύρω γύρω, στο κέντρο ομοιάζει με ομελέτα κι όλα αυτά στο μοτίβο της πίτας. Βγάλε άκρη τώρα εσύ.

Κι απ’ ό,τι έψαξα στη συνέχεια είναι ουσιαστικά ελαφριά παραλλαγή της κασόπιτας που έχω λατρέψει και γράψει γι’ αυτήν πολύ καιρό τώρα.

Δε ξέρω τι συμβαίνει, ίσως να χτυπάει το ηπειρώτικο αίμα από την πλευρά της μαμάς μου μέσα μου, και κάτι τέτοιες εύκολες πιτούλες μου κάνουν κλικ.

Χυλός ουσιαστικά χωρίς φύλλα, με υλικά που είχε σχεδόν κάθε σπιτικό στα χωριά εκείνης της γωνιάς της χώρας ετούτης και που μπορεί να αποτελέσει ένα εύκολο, γρήγορο και χορταστικό γεύμα μια δύσκολη και κουραστική μέρα για όλη την οικογένεια.

Εγώ οικογένεια δεν έχω, τι να κάνω, θυσιάστηκα, την έφαγα όλη μόνη μου και ησύχασα.

Τρώγοντας το τελυταίο κομματάκι της και πίνοντας ένα μπουκάλι κρασί για παρέα, γράφω ετούτες τις γραμμές της συνταγής.

Ιδού.

Read more


Σουπιές στιφάδο. Η αποθέωση του κρεμμυδιού.

in english

Μελωμένο και γλυκό.

Απαλό και βελούδινο.

Πλούσιο και μυρωδάτο.

Θαλασσινό αλλά και γήινο.

Πικάντικο και γευστικό.

Εύκολο και απλό.

Νόστιμο και χορταστικό.

Με μπόλικο φρέσκο ψωμί για τη πηχτή σάλτσα.

Και τυρί φέτα. Βαρελίσια. Πάει πολύ.

Κι ένας ύπνος μετά. Ό,τι πρέπει.

Δοκίμασέ το.

Και θα με θυμηθείς. Read more


Το μαγεμένο δάσος με το χρυσό θησαυρό. Ή πως μερικές κρεμμυδοτηγανίτες με κάρι σε κάνουν να παραμιλάς.

in english

Η παρακάτω ιστορία ουδεμία σχέση έχει με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικούς χαρακτήρες και τοποθεσίες είναι τυχαία.

Μια φορά κι έναν καιρό, σε καιρούς ταραγμένους και σκοτεινούς, τρεις γυναίκες και τρεις άντρες ξεκίνησαν για το κοντινότερο βουνό.

Σύννεφα στον ουρανό, κάλυπταν τις λιγοστές ακτίνες ήλιου που πάσχιζαν να βρουν διέξοδο. Όμως, υπήρχε μια γλυκιά ηρεμία στην ατμόσφαιρα που αν και συννεφιασμένη, ήταν κατάλληλη για αυτή την ξαφνική βόλτα.

Δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν, περνάνε σοκάκια και δρόμους, ώσπου φτάνουν στο δάσος.

Εκεί, ένα μαγικό τοπίο τους περιμένει.

Έλατα, κρίνα, μυρωδιές δροσερές και φρέσκες που κατρακυλάνε γάργαρες στα λαρύγγια τους, φτάνουν βαθειά στα πνευμόνια τους και διαπερνούν τη ραχοκοκκαλιά τους με κάθε εισπνοή, χαϊδεύοντας απαλά τα μάγουλά τους που έχουν κοκκινίσει από τη δροσιά.

Μετά από λίγη ώρα, φτάνουν στην είσοδο ενός μυστικού μονοπατιού.

Αποφασίζουν να το διασχίσουν.

Όλοι μαζί προχωρούν ενωμένοι  ώσπου μια φευγαλέα κίνηση τους τραβάει την προσοχή μέσα στις φυλλωσιές.

Ο πιο τολμηρός αποφασίζει να πάει να δει τι ήταν. Τον ακολουθούν κι υπόλοιποι.

Δε βλέπουν τίποτα. Κοιτάζουν γύρω τους. Κανείς.

Μόνο πανύψηλα δέντρα που τους έχουν περικυκλώσει! Ή αυτοί μπήκαν στον κύκλο τους χωρίς να το καταλάβουν;

Κοιτάζουν ψηλά και σχεδόν οι κορυφές των δέντρων συγκλίνουν όλες μαζί σε ένα σημείο αφήνοντας μόνο ένα μικρό κύκλο φωτός να πέφτει επάνω τους.

Ησυχία.

Ξαναμπαίνουν στο μονοπάτι τους κατηφορίζοντας προς ένα ξέφωτο με ένα παλιό εγκαταλελειμένο, περιφραγμένο σπίτι.

Κλειστά παράθυρα και πόρτες, οι κισσοί έχουν “πνίξει” τους τοίχους. Φαίνεται σα να μην έχει κατοικηθεί χρόνια τώρα.

Στο μπροστινό μέρος του μια μεγάλη γούρνα έχει στερέψει, ξεφτισμένη και σάπια.

Εκεί πρέπει να δροσίζονταν οι ένοικοι τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού. Ησυχία.

Συνεχίζουν την πορεία τους προσπερνώντας μια σειρά περίεργων σχημάτων, χρωμάτων και υφών δέντρα που μοιάζουν σα να κινούνται αλλά… όχι!

Με το που πέφτει επάνω τους ένα βλέμμα “παγώνουν”…

Το ίδιο θα “πάγωναν” και οι ίδιοι λίγο πιο κάτω όταν πέφτουν πάνω  ένα ξύλινο τραπέζι φορτωμένο με καλούδια, μεζέδες, βαρελάκι με άφθονο λευκό κρασί, φρούτα και σοκολάτες!

Σα το γλυκό σπιτάκι του Χάνσελ και της Γκρέτελ, μικρά δοχεία με φαγητό τους “τράβαγαν” από τη μύτη χωρίς να τους αφήνουν περιθώριο να στρέψουν το βλέμμα τους αλλού και τα πόδια τους μαγνητισμένα να τρέξουν γρήγορα καταπάνω τους!

Σα μαγεμένοι κάθονται γρήγορα στους πάγκους, γεμίζουν με κρασί τα ποτήρια, πιάνουν τα πιρούνια κι αρχίζει ένας βομβαρδισμός πιρουνισμάτων, μπουκιών, τσουγκρισμάτων, γέλιων και ασταμάτητων γλωσσοκοπημάτων και χτυπήματων των δοντιών που κόπασε αρκετή ώρα αργότερα!

Ένα μόνο δοχείο δεν ακουμπούσαν.

Αυτό με τις χρυσές τηγανίτες. Τις κρεμμυδοτηγανίτες.

Σα να ήξεραν ότι αυτές, θα πρέπει να τις γευτούν στο τέλος.

Απλώνει το πιρούνι της  η πρώτη γυναίκα, τρυπάει μία. Τη φέρνει αργά προς το στόμα της και τη βάζει μεμιάς όλη μέσα!

Κλείνει τα μάτια, τη γεύεται κι έπειτα τ’ ανοίγει διάπλατα με μια ανέλπιστη χαρά!

Ορμάνε όλοι στις κρεμμυδοτηγανίτες, δαγκώνουν, τρυπάνε, πίνουν κρασί, γελάνε!

Ίσα που πρόλαβαν να βουτήξουν τα πηρούνια και μερικά κομμάτια τσουρέκι μέσα σε ένα βάζο με σοκολατένια πραλίνα και δεν άργησαν να βυθιστούν σε έναν τόσο γλυκό ύπνο που κράτησε ώρες, μέρες, μήνες, χρόνια…

Κανείς δεν ξέρει.

Το μόνο που ξέρω εγώ είναι ότι και οι έξι, ξύπνησαν την άλλη μέρα το πρωί, πήραν τ’ αμάξι τους, πήγαν στην Πάρνηθα στα Βασιλικά Κτήματα και έκαναν ένα αυτοσχέδιο ξαφνικό πικ νικ που άρεσε τόσο πολύ σε όλους, που υποσχέθηκαν πως πολύ σύντομα θα όριζαν τον επόμενο προορισμό για τη μαγική βόλτα τους με ένα αντίστοιχο μαγικό πικ νικ.

Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Read more