Η ζυμαρόπιτα που “χτυπάει” στις φλέβες μου.

Πίτα δε θα την έλεγα.

Σουφλέ όχι.

Ομελέτα, μπα.

Ζυμαρόπιτα την βρήκα γραμμένη -σε περιοδικό σχεδόν 10 χρόνων παλιό- με καταγωγή την Ήπειρο.

Φτιάχνοντάς την αποφάσισα ότι μοιάζει λίγο με όλα τα παραπάνω αφού φουσκώνει τερατωδώς σα σουφλέ γύρω γύρω, στο κέντρο ομοιάζει με ομελέτα κι όλα αυτά στο μοτίβο της πίτας. Βγάλε άκρη τώρα εσύ.

Κι απ’ ό,τι έψαξα στη συνέχεια είναι ουσιαστικά ελαφριά παραλλαγή της κασόπιτας που έχω λατρέψει και γράψει γι’ αυτήν πολύ καιρό τώρα.

Δε ξέρω τι συμβαίνει, ίσως να χτυπάει το ηπειρώτικο αίμα από την πλευρά της μαμάς μου μέσα μου, και κάτι τέτοιες εύκολες πιτούλες μου κάνουν κλικ.

Χυλός ουσιαστικά χωρίς φύλλα, με υλικά που είχε σχεδόν κάθε σπιτικό στα χωριά εκείνης της γωνιάς της χώρας ετούτης και που μπορεί να αποτελέσει ένα εύκολο, γρήγορο και χορταστικό γεύμα μια δύσκολη και κουραστική μέρα για όλη την οικογένεια.

Εγώ οικογένεια δεν έχω, τι να κάνω, θυσιάστηκα, την έφαγα όλη μόνη μου και ησύχασα.

Τρώγοντας το τελυταίο κομματάκι της και πίνοντας ένα μπουκάλι κρασί για παρέα, γράφω ετούτες τις γραμμές της συνταγής.

Ιδού.

Read more


Λεμονομάνιακ: το αφράτο κεκάκι πάνω στην απαλή λεμονάτη κρέμα.

Έχω μία (πολλές, αλλά για το ποστ αυτό μία) μανία.

Τις λεμονιές στους δρόμους.

Μη και δω λεμονιά στο δρόμο έχω μια ακαταμάχητη μανία να κόψω όσα περισσότερα λεμόνια μπορώ, μανία που όμως συνήθως μένει ανικανοποίητη γιατί στάνταρντ κάποιος άλλος έχει προηγηθεί και έχει κόψει όλα τα λεμόνια των κλαδιών που θα μπορούσα να φτάσω -1,60 δηλαδή με τα χέρια όρθια.

Και τι μένει, φίλοι μου, μετά;

Αυτό το ανικανοποίητο και το χειρότερο, να βλέπω τις λεμονιές φορτωμένες με μυρωδάτα, ζουμερά, κατακίτρινα, ολόφρεσκα και λαχταριστά λεμονάκια στα ψηλότερα κλαδιά που μόνο με σκάλα θα μπορούσα να φτάσω και που έχω ντραπεί -εώς τώρα- να κάνω πράξη.

Οι νερατζιές που είναι παντού μου γλυτώνουν γιατί το γλυκό για το οποίο κυρίως προορίζονται, δε μου κάνει κούκου. Αλλιώς, θα σου λεγα ΄γω.

Αυτό που θα σου πω εντωμεταξύ όμως είναι ότι αντί να τρέχω με μια σκάλα ανά χείρας η τρελή στους δρόμους, έχω την καλή μου φίλη Μαρία που έχει μια τεράστια λεμονιά στην αυλή της και κάθε φορά εκτονώνω τη μανία μου στο φουκαριάρικο το δέντρο της με τα παχουλά και χοντρόφλουδα, γεμάτα ζουμί λεμόνια της. Εκτονώθηκα λοιπόν πρόσφατα και με τη σοδειά αυτή άρχισα να αναζητώ λεμονοσυνταγές.

Μία από αυτές τις συνταγές, κυρίες και κύριοι, είναι οι παρούσες πουτίγκες να τις πω, παντεσπανόκρεμες να τις πω, sponge cake cups αγγλιστί, φτιάξτε τες και πείτε τες όπως θέλετε -εγώ να τις φάω ήθελα κι ας τις λένε όπως να ‘ναι. Γιατί μία η λέξη που έβγαινε όταν δοκίμασα την πρώτη, τη δεύτερη, την τρίτη και όλες τις μπουκιές από το πρώτο μπωλάκι που πήρα στα χέρια μου καυτό-καυτό ακόμα: ΣΟΚ, ΣΟΚ, ΣΟΚ.

Ένα αφράτο, αέρινο κεκάκι-παντεσπάνι  ήταν το πρώτο πράγμα που έβλεπα και όταν βύθισα το κουταλάκι μου μέσα -ω, τι ευτυχία!- μια απαλή, λεμονάτη, μυρωδάτη κρεμούλα κρυβόταν από κάτω. Δύο σε ένα! Δέος και ΣΟΚ. Ξανά και ξανά.

Και μετά το ΣΟΚ, η συνταγή.

Από το αγαπημένο βιβλίο Food52 Baking.

Read more


Μνημονεύοντας τις γιαγιάδες μου: κέικ με ελληνικό καφέ και σοκολάτα

Δεν έχω να θυμάμαι κέικ από τη γιαγιά μου -από καμία από τις δύο.

Έχω όμως να θυμάμαι άλλα, διαφορετικά:

Τις πρώτες μελιτζάνες ιμάμ από τη γιαγιά Άρτεμη, με κάθε μπουκιά να έχει κι ένα κομματάκι αλμυρή φέτα να εξισορροπεί τη γλύκα της μελιτζάνας και την πλούσια σάλτσα ντομάτας. Απαραίτητη παπαρίτσα πριν ή μετά την κάθε μπουκιά, να μη μείνει ίχνος σάλτσας στο πιάτο.

Το πρωινό της γιαγιάς Μάνθας με γάλα-έκπληξη όπου αντί για κακάο έριχνε τρούφα σοκολάτα -αυτή για τα ροφήματα, όχι τη στλιπνή- και που καθόταν κάτω κάτω στην κούπα, κόλπο για να ρουφήξουμε όλο μας το γάλα και να φτάσουμε το γρηγορότερο στην γλυκιά έκπληξη που μας περίμενε στον πάτο: η τρούφα να στρογγυλοκάθεται, σοκολατένια και λαχταριστή.

Ανακαλείς αυτές τις αναμνήσεις κι αισθάνεσαι μια θαλπωρή, μια ζεστασιά, γίνεσαι ξανά παιδί και ξανανιώνεις στο πετσί σου τη χαρά, τον ενθουσιασμό, τις νέες συγκινήσεις της στιγμής, τις γεύσεις, την ανυπομονησία να ξαναπάς στη γιαγιά και να σε περιμένει με αυτό που μόνο εκείνη ήξερε να σου δίνει. Διαφορετικό της μαμάς, άλλη, γλυκιά εξίσου αίσθηση.

Γιαγιάδες. Δεν είχα σκεφτεί να γράψω για αυτές. Προέκυψαν από ένα κέικ. Το κέικ της γιαγιάς Κατερίνας της σεφ Ντίνας Νικολάου, έτσι όπως το βρήκα στο βιβλίο της “Η κουζίνα της μαμάς μου”. Γλυκό, απλό, καθημερινό και τόσο οικείο, με όλα όσα η οικογένεια της σεφ μοιραζόταν και μοιράζεται από γενιά σε γενιά, από εποχή σε εποχή.

Κι αυτό το κέικ με άγγιξε. Κι άγγιξε και τις ευαίσθητες χορδές με τις γιαγιάδες μου. Έχουν φύγει και οι δύο. Η μία πολύ νωρίς. Η άλλη σχετικά πρόσφατα. Τόσο διαφορετικές αλλά και τόσο κοντά η μία με την άλλη. Ήταν και οι δύο γιαγιάδες μου. Ήταν και οι δύο μέρος αυτού που είμαι τώρα.

Τις αγαπώ.

Εις το επανιδείν.

Read more