Μπισκότα με βρώμη, αμυγδαλοβούτυρο και μπανάνα. Και τροφή για σκέψη.

Δε με νοιάζει αν το πιάτο που έχω μπροστά μου είναι βίγκαν, αν δεν είναι, αν εμπίπτει σε κάποια “κατηγορία” φαγητού.

Δε με νοιάζει πόση ζάχαρη ή πόσα λιπαρά μπορεί να έχει ένα λαχταριστό με φρέσκα υλικά και άριστες πρώτες ύλες γλυκό που θα σερβιριστεί μπροστά μου ούτε πόσες θερμίδες μπορεί να έχει ένα μυρωδάτο πιάτο με αφράτα σουτζουκάκια ζυμωμένα με ολόφρεσκο μοσχαρίσιο κιμά, σάλτσα πλούσια με μπαχαρένια ντομάτα και βελούδινο πουρέ πατάτας με φρέσκο βούτυρο.

Δε με νοιάζει πόσο light είναι τα μπισκότα με βρώμη που όμως λιώνουν στο στόμα και είναι πλούσια σε γεύση ούτε πόσο υγιεινός είναι ένας “γύρος” από μανιτάρια ψιλοκομμένα, μαριναρισμένα σε μπαχαρικά τόσο ισορροπημένα και όμορφα ψημένα που δικαιολογούν την μετονομασία τους σε “γύρο”.

Αυτό που με νοιάζει δεν έχει να κάνει με κατηγορίες, light, θερμίδες, μόδες, τάσεις.

Έχει να κάνει με το σεβασμό της τροφής και την ευγνωμοσύνη που νιώθω που μπορώ να την έχω μπροστά μου και να τη γεύομαι -γιατί κανένα από αυτά τα δύο δεν είναι δεδομένα. Όπως τίποτα άλλωστε.

Έχει να κάνει με το σεβασμό στις πρώτες ύλες: στην ορθή και λογική χρήση τους, στην ορθή παραγωγή-καλλιέργεια-εκτροφή τους.

Έχει να κάνει με το σεβασμό στη διατροφική μας αλυσίδα, στη χλωρίδα, στην πανίδα, στη γη, στον αέρα και στο νερό. Στην ισορροπία και το μέτρο.

Μέτρο.

Ναι, αυτή είναι η λέξη.

Μέτρο στο πόσο κρέας θα τρώμε, στο πως έχει εκτραφεί και με ποιο τρόπο φτάνει στο πιάτο μας το ζώο που επιλέγουμε να γευτούμε.

Μέτρο στο πόσα λαχανικά και φρούτα θα τρώμε και στο πως και που έχουν καλλιεργηθεί.

Μέτρο στην εθιστική γλύκα που προσφέρουμε στο σώμα μας και στους τρόπους που επιλέγουμε να την προσφέρουμε.

Μέτρο στο αλατοπίπερο της ζωής.

Μέτρο στο μεθυστικό κρασί και αλκοόλ που χαλαρώνει μυαλό και σώμα.

Δε λέω τίποτα καινούργιο όλα έχουν ειπωθεί, οι αρχαίοι όλων των λαών αυτού του πλανήτη τα έχουν ήδη πεί.

Αυτά τα μπισκότα που δοκίμασα όμως από τη Μελίσσα μια μέρα (με φυστικοβούτυρο όμως κι εσύ θα βάλεις ό,τι “βούτυρο” θες), με έκαναν και να θέλω να τα ξαναφτιάξω και να τα πάω κέρασμα και να γράψω με αφορμή αυτά, τις σκέψεις μου για την αγαπημένη μου αίσθηση, αυτής της γεύσης, που τόσο έχουμε δαιμονοποιήσει, θεοποιήσει, καταρρίψει και αποθεώσει ταυτόχρονα άπειρες φορές στην πορεία μας σε αυτόν τον πλανήτη.

Τον πλανήτη αυτό που τόσο υποφέρει από την έλλειψη του ανθρώπινου μέτρου σε όλες τις εκφάνσεις του. Και που οι εκτός μέτρου επιλογές και συμπεριφορές δε βοηθούν ούτε στην διατήρηση της ισορροπίας στην διατροφική αλυσίδα ούτε στην εξάλειψη του καρκίνου ούτε στην εκμετάλλευση των ζώων, ούτε στην υπεραλίευση, ούτε στη μόλυνση του υδροφόρου ορίζοντα και των θαλασσών.

Δε βοηθούν σε τίποτα όσο η απληστία, το χαρτί αυτό που έχουμε ονομάσει χρήμα, ο εγωισμός και η ανοησία κυριαρχούν στα όντα αυτά που νομίζουν ότι ισορροπούν πάνω στη μάζα που αιωρείται στο άπειρο και που ονομάζουν Γη.

Κι όλα αυτά, ναι, με αφορμή αυτά τα εύκολα και πεντανόστιμα μπισκότα. Που τυχαίνει να είναι βίγκαν. Δοκίμασέ τα χωρίς ταμπέλες και προκαταλήψεις στο μυαλό. Όπως και στη ζωή.

Read more


Λεμονομάνιακ: το αφράτο κεκάκι πάνω στην απαλή λεμονάτη κρέμα.

Έχω μία (πολλές, αλλά για το ποστ αυτό μία) μανία.

Τις λεμονιές στους δρόμους.

Μη και δω λεμονιά στο δρόμο έχω μια ακαταμάχητη μανία να κόψω όσα περισσότερα λεμόνια μπορώ, μανία που όμως συνήθως μένει ανικανοποίητη γιατί στάνταρντ κάποιος άλλος έχει προηγηθεί και έχει κόψει όλα τα λεμόνια των κλαδιών που θα μπορούσα να φτάσω -1,60 δηλαδή με τα χέρια όρθια.

Και τι μένει, φίλοι μου, μετά;

Αυτό το ανικανοποίητο και το χειρότερο, να βλέπω τις λεμονιές φορτωμένες με μυρωδάτα, ζουμερά, κατακίτρινα, ολόφρεσκα και λαχταριστά λεμονάκια στα ψηλότερα κλαδιά που μόνο με σκάλα θα μπορούσα να φτάσω και που έχω ντραπεί -εώς τώρα- να κάνω πράξη.

Οι νερατζιές που είναι παντού μου γλυτώνουν γιατί το γλυκό για το οποίο κυρίως προορίζονται, δε μου κάνει κούκου. Αλλιώς, θα σου λεγα ΄γω.

Αυτό που θα σου πω εντωμεταξύ όμως είναι ότι αντί να τρέχω με μια σκάλα ανά χείρας η τρελή στους δρόμους, έχω την καλή μου φίλη Μαρία που έχει μια τεράστια λεμονιά στην αυλή της και κάθε φορά εκτονώνω τη μανία μου στο φουκαριάρικο το δέντρο της με τα παχουλά και χοντρόφλουδα, γεμάτα ζουμί λεμόνια της. Εκτονώθηκα λοιπόν πρόσφατα και με τη σοδειά αυτή άρχισα να αναζητώ λεμονοσυνταγές.

Μία από αυτές τις συνταγές, κυρίες και κύριοι, είναι οι παρούσες πουτίγκες να τις πω, παντεσπανόκρεμες να τις πω, sponge cake cups αγγλιστί, φτιάξτε τες και πείτε τες όπως θέλετε -εγώ να τις φάω ήθελα κι ας τις λένε όπως να ‘ναι. Γιατί μία η λέξη που έβγαινε όταν δοκίμασα την πρώτη, τη δεύτερη, την τρίτη και όλες τις μπουκιές από το πρώτο μπωλάκι που πήρα στα χέρια μου καυτό-καυτό ακόμα: ΣΟΚ, ΣΟΚ, ΣΟΚ.

Ένα αφράτο, αέρινο κεκάκι-παντεσπάνι  ήταν το πρώτο πράγμα που έβλεπα και όταν βύθισα το κουταλάκι μου μέσα -ω, τι ευτυχία!- μια απαλή, λεμονάτη, μυρωδάτη κρεμούλα κρυβόταν από κάτω. Δύο σε ένα! Δέος και ΣΟΚ. Ξανά και ξανά.

Και μετά το ΣΟΚ, η συνταγή.

Από το αγαπημένο βιβλίο Food52 Baking.

Read more


Μνημονεύοντας τις γιαγιάδες μου: κέικ με ελληνικό καφέ και σοκολάτα

Δεν έχω να θυμάμαι κέικ από τη γιαγιά μου -από καμία από τις δύο.

Έχω όμως να θυμάμαι άλλα, διαφορετικά:

Τις πρώτες μελιτζάνες ιμάμ από τη γιαγιά Άρτεμη, με κάθε μπουκιά να έχει κι ένα κομματάκι αλμυρή φέτα να εξισορροπεί τη γλύκα της μελιτζάνας και την πλούσια σάλτσα ντομάτας. Απαραίτητη παπαρίτσα πριν ή μετά την κάθε μπουκιά, να μη μείνει ίχνος σάλτσας στο πιάτο.

Το πρωινό της γιαγιάς Μάνθας με γάλα-έκπληξη όπου αντί για κακάο έριχνε τρούφα σοκολάτα -αυτή για τα ροφήματα, όχι τη στλιπνή- και που καθόταν κάτω κάτω στην κούπα, κόλπο για να ρουφήξουμε όλο μας το γάλα και να φτάσουμε το γρηγορότερο στην γλυκιά έκπληξη που μας περίμενε στον πάτο: η τρούφα να στρογγυλοκάθεται, σοκολατένια και λαχταριστή.

Ανακαλείς αυτές τις αναμνήσεις κι αισθάνεσαι μια θαλπωρή, μια ζεστασιά, γίνεσαι ξανά παιδί και ξανανιώνεις στο πετσί σου τη χαρά, τον ενθουσιασμό, τις νέες συγκινήσεις της στιγμής, τις γεύσεις, την ανυπομονησία να ξαναπάς στη γιαγιά και να σε περιμένει με αυτό που μόνο εκείνη ήξερε να σου δίνει. Διαφορετικό της μαμάς, άλλη, γλυκιά εξίσου αίσθηση.

Γιαγιάδες. Δεν είχα σκεφτεί να γράψω για αυτές. Προέκυψαν από ένα κέικ. Το κέικ της γιαγιάς Κατερίνας της σεφ Ντίνας Νικολάου, έτσι όπως το βρήκα στο βιβλίο της “Η κουζίνα της μαμάς μου”. Γλυκό, απλό, καθημερινό και τόσο οικείο, με όλα όσα η οικογένεια της σεφ μοιραζόταν και μοιράζεται από γενιά σε γενιά, από εποχή σε εποχή.

Κι αυτό το κέικ με άγγιξε. Κι άγγιξε και τις ευαίσθητες χορδές με τις γιαγιάδες μου. Έχουν φύγει και οι δύο. Η μία πολύ νωρίς. Η άλλη σχετικά πρόσφατα. Τόσο διαφορετικές αλλά και τόσο κοντά η μία με την άλλη. Ήταν και οι δύο γιαγιάδες μου. Ήταν και οι δύο μέρος αυτού που είμαι τώρα.

Τις αγαπώ.

Εις το επανιδείν.

Read more