Η λεμονάδα η ροζ.

Κίτρινο το χρώμα του λεμονιού. Έτσι εποιήθη από τη φύση ετούτη.

Παρεμβατικό ον ο άνθρωπος, θέλησα να του αλλάξω τα φώτα, εεε, το χρώμα.

Ροζ, είπα, θα γίνεις, κι εγένετο το θέλημά μου.

Ο άνθρωπος κάνει θαύματα εάν πραγματικά το θέλει.

Είπα να ξεκινήσω από μικρά καθημερινά, όπως αυτή τη ροζ λεμονάδα, και να συνεχίσω να παλεύω για τα μεγαλύτερα που έχουν να κάνουν με τον εαυτό μου, τους άλλους και τη ζωή μου. Δε σ’ αρέσει ή βαρέθηκες να βλέπεις κίτρινη τη λεμονάδα; Βάλε μερικές σταγόνες γρεναδίνη και θα αποκτήσει αυτό το απαλό, ρομαντικό, ροζ χρώμα που θα σε κάνει να δεις, πέρα από τις ανθισμένες αμυγδαλιές την εποχή αυτή, και λίγο πιο ροζ τις γκρίζες ακόμα μέρες που διανύουμε. Λίγο πιο ροζ τα προβλήματά σου. Λίγο πιο ροζ τη δουλειά σου, τη σχέση σου, τα θέματά σου.

Κι αν δεν τα καταφέρεις να αλλάξεις οπτική έστω για λίγο τελικά, τουλάχιστον θα έχεις σπίτι σου αυτή τη δροσερή, γλυκούτσικη λεμονάδα για να την απολαύσεις στο ροζ σύννεφό σου.

Εις -ροζ- υγείαν.

Read more


Λεμονομάνιακ: το αφράτο κεκάκι πάνω στην απαλή λεμονάτη κρέμα.

Έχω μία (πολλές, αλλά για το ποστ αυτό μία) μανία.

Τις λεμονιές στους δρόμους.

Μη και δω λεμονιά στο δρόμο έχω μια ακαταμάχητη μανία να κόψω όσα περισσότερα λεμόνια μπορώ, μανία που όμως συνήθως μένει ανικανοποίητη γιατί στάνταρντ κάποιος άλλος έχει προηγηθεί και έχει κόψει όλα τα λεμόνια των κλαδιών που θα μπορούσα να φτάσω -1,60 δηλαδή με τα χέρια όρθια.

Και τι μένει, φίλοι μου, μετά;

Αυτό το ανικανοποίητο και το χειρότερο, να βλέπω τις λεμονιές φορτωμένες με μυρωδάτα, ζουμερά, κατακίτρινα, ολόφρεσκα και λαχταριστά λεμονάκια στα ψηλότερα κλαδιά που μόνο με σκάλα θα μπορούσα να φτάσω και που έχω ντραπεί -εώς τώρα- να κάνω πράξη.

Οι νερατζιές που είναι παντού μου γλυτώνουν γιατί το γλυκό για το οποίο κυρίως προορίζονται, δε μου κάνει κούκου. Αλλιώς, θα σου λεγα ΄γω.

Αυτό που θα σου πω εντωμεταξύ όμως είναι ότι αντί να τρέχω με μια σκάλα ανά χείρας η τρελή στους δρόμους, έχω την καλή μου φίλη Μαρία που έχει μια τεράστια λεμονιά στην αυλή της και κάθε φορά εκτονώνω τη μανία μου στο φουκαριάρικο το δέντρο της με τα παχουλά και χοντρόφλουδα, γεμάτα ζουμί λεμόνια της. Εκτονώθηκα λοιπόν πρόσφατα και με τη σοδειά αυτή άρχισα να αναζητώ λεμονοσυνταγές.

Μία από αυτές τις συνταγές, κυρίες και κύριοι, είναι οι παρούσες πουτίγκες να τις πω, παντεσπανόκρεμες να τις πω, sponge cake cups αγγλιστί, φτιάξτε τες και πείτε τες όπως θέλετε -εγώ να τις φάω ήθελα κι ας τις λένε όπως να ‘ναι. Γιατί μία η λέξη που έβγαινε όταν δοκίμασα την πρώτη, τη δεύτερη, την τρίτη και όλες τις μπουκιές από το πρώτο μπωλάκι που πήρα στα χέρια μου καυτό-καυτό ακόμα: ΣΟΚ, ΣΟΚ, ΣΟΚ.

Ένα αφράτο, αέρινο κεκάκι-παντεσπάνι  ήταν το πρώτο πράγμα που έβλεπα και όταν βύθισα το κουταλάκι μου μέσα -ω, τι ευτυχία!- μια απαλή, λεμονάτη, μυρωδάτη κρεμούλα κρυβόταν από κάτω. Δύο σε ένα! Δέος και ΣΟΚ. Ξανά και ξανά.

Και μετά το ΣΟΚ, η συνταγή.

Από το αγαπημένο βιβλίο Food52 Baking.

Read more


Μνημονεύοντας τις γιαγιάδες μου: κέικ με ελληνικό καφέ και σοκολάτα

Δεν έχω να θυμάμαι κέικ από τη γιαγιά μου -από καμία από τις δύο.

Έχω όμως να θυμάμαι άλλα, διαφορετικά:

Τις πρώτες μελιτζάνες ιμάμ από τη γιαγιά Άρτεμη, με κάθε μπουκιά να έχει κι ένα κομματάκι αλμυρή φέτα να εξισορροπεί τη γλύκα της μελιτζάνας και την πλούσια σάλτσα ντομάτας. Απαραίτητη παπαρίτσα πριν ή μετά την κάθε μπουκιά, να μη μείνει ίχνος σάλτσας στο πιάτο.

Το πρωινό της γιαγιάς Μάνθας με γάλα-έκπληξη όπου αντί για κακάο έριχνε τρούφα σοκολάτα -αυτή για τα ροφήματα, όχι τη στλιπνή- και που καθόταν κάτω κάτω στην κούπα, κόλπο για να ρουφήξουμε όλο μας το γάλα και να φτάσουμε το γρηγορότερο στην γλυκιά έκπληξη που μας περίμενε στον πάτο: η τρούφα να στρογγυλοκάθεται, σοκολατένια και λαχταριστή.

Ανακαλείς αυτές τις αναμνήσεις κι αισθάνεσαι μια θαλπωρή, μια ζεστασιά, γίνεσαι ξανά παιδί και ξανανιώνεις στο πετσί σου τη χαρά, τον ενθουσιασμό, τις νέες συγκινήσεις της στιγμής, τις γεύσεις, την ανυπομονησία να ξαναπάς στη γιαγιά και να σε περιμένει με αυτό που μόνο εκείνη ήξερε να σου δίνει. Διαφορετικό της μαμάς, άλλη, γλυκιά εξίσου αίσθηση.

Γιαγιάδες. Δεν είχα σκεφτεί να γράψω για αυτές. Προέκυψαν από ένα κέικ. Το κέικ της γιαγιάς Κατερίνας της σεφ Ντίνας Νικολάου, έτσι όπως το βρήκα στο βιβλίο της “Η κουζίνα της μαμάς μου”. Γλυκό, απλό, καθημερινό και τόσο οικείο, με όλα όσα η οικογένεια της σεφ μοιραζόταν και μοιράζεται από γενιά σε γενιά, από εποχή σε εποχή.

Κι αυτό το κέικ με άγγιξε. Κι άγγιξε και τις ευαίσθητες χορδές με τις γιαγιάδες μου. Έχουν φύγει και οι δύο. Η μία πολύ νωρίς. Η άλλη σχετικά πρόσφατα. Τόσο διαφορετικές αλλά και τόσο κοντά η μία με την άλλη. Ήταν και οι δύο γιαγιάδες μου. Ήταν και οι δύο μέρος αυτού που είμαι τώρα.

Τις αγαπώ.

Εις το επανιδείν.

Read more